αγχιαλος

αγχιαλος
    ἀγχίαλος
    ἀγχίᾰ-λος
    2, редко 3
    1) расположенный у самого моря, приморский
    

(Χαλκίς Hom.; ὕδατα τᾶς Ἀρεθοῦσας Eur.)

    2) близкий к морскому побережью
    

(Αῆμνος καὴ Ῥόδος Aesch.; Σαλαμίς Soph., Anth.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αγχιαλος" в других словарях:

  • ἀγχίαλος — near the sea masc nom sg ἀγχίαλος near the sea masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγχίαλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγχίαλος — I Αρχαιότατη ελληνική πόλη που χτίστηκε τον 6o αι. π.Χ., πιθανότατα από αποίκους από τη Μίλητο, στα παράλια της Θράκης, στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στη σημερινή ομώνυμη πόλη της Βουλγαρίας (Α. σημαίνει κοντά στη θάλασσα). Η Α. είχε οχυρωθεί από… …   Dictionary of Greek

  • Αγχίαλος — η κωμόπολη στη Θεσσαλία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Νέα Αγχίαλος — Μεγάλος παράλιος οικισμός (υψόμ. 40 μ.) στην πρώην επαρχία Βόλου του νομού Μαγνησίας. Μερική άποψη της κωμόπολης Νέα Αγχίαλος, στον νομό Μαγνησίας …   Dictionary of Greek

  • ἀγχίαλον — ἀγχίαλος near the sea masc acc sg ἀγχίαλος near the sea neut nom/voc/acc sg ἀγχίαλος near the sea masc/fem acc sg ἀγχίαλος near the sea neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιάλων — ἀγχίαλος near the sea fem gen pl ἀγχίαλος near the sea masc/neut gen pl ἀγχίαλος near the sea masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιάλοιο — ἀγχίαλος near the sea masc/neut gen sg (epic) ἀγχίαλος near the sea masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιάλοις — ἀγχίαλος near the sea masc/neut dat pl ἀγχίαλος near the sea masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιάλοισι — ἀγχίαλος near the sea masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀγχίαλος near the sea masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιάλοισιν — ἀγχίαλος near the sea masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀγχίαλος near the sea masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»